Μερικές σκέψεις για την ανάπτυξη

Ο αμερικανός γερουσιαστής Ρόμπερτ Κένεντι έλεγε ότι το ΑΕΠ μετρά τα πάντα εκτός από όσα δίνουν πραγματική αξία στη ζωή. Σύμφωνα μάλιστα με το ερευνητικό πεδίο των «οικονομικών της ευτυχίας», η σημασία του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος (ΑΕΠ) υποχωρεί όταν το κατά κεφαλή εισόδημα αυξάνεται πάνω από ένα όριο (υπολογίζεται περίπου στα 30.000 δολάρια). Σε αυτή την περίπτωση άλλοι παράγοντες, όπως η ελευθερία επιλογών, η κοινωνική προστασία, η εμπιστοσύνη ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας, το κράτος δικαίου και η καλή διακυβέρνηση, η ποιότητα της εργασίας, επηρεάζουν καθοριστικά την «ικανοποίηση της ζωής» των πολιτών (life satisfaction).

Ωστόσο, το ΑΕΠ παραμένει ο πλέον αξιόπιστος παράγοντας μέτρησης της κοινωνικής ευημερίας και το κύριο μέσο απεγκλωβισμού από την παγίδα της φτώχειας. Στα χρόνια της οικονομικής κρίσης η ελληνική οικονομία απώλεσε σχεδόν το ένα τρίτο του ΑΕΠ της, κάτι που άφησε βαθιές πληγές στο κοινωνικό σώμα. Σήμερα οι έλληνες παρουσιάζονται ως οι πλέον δυστυχισμένοι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Bloomberg Misery Index 2017), ενώ βρίσκονται μόλις στην 88η θέση ανάμεσα στους πολίτες 156 κρατών, στην κατάταξη του World Happiness Report για το 2017 αναφορικά με την ικανοποίηση της ζωής τους. Συνέχεια ανάγνωσης «Μερικές σκέψεις για την ανάπτυξη»

Advertisements

H (πλήρης) ιδιοκτησία των μεταρρυθμίσεων

Η ελληνική οικονομία παραμένει καθηλωμένη σε απογοητευτικά αναιμικούς ρυθμούς ανάπτυξης, τη στιγμή που άλλες χώρες έχουν ήδη απεγκλωβιστεί από τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής που εφάρμοσαν (Μνημόνια) και γνωρίζουν σημαντική οικονομική ανάπτυξη (η Πορτογαλία κατέγραψε αύξηση 2,8% του ΑΕΠ της στο α΄ τρίμηνο του 2017, ενώ για την Κύπρο προβλέπεται ετήσια ανάπτυξη ύψους 3,5%).

Κύριο αίτιο των υστερούντων, συγκριτικά με την καταγραμμένη πορεία άλλων κρατών, επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας είναι η διάχυτη πολιτική και οικονομική αβεβαιότητα. Αβεβαιότητα που τροφοδοτείται από την προφανή μεταρρυθμιστική υστέρηση της χώρας και η οποία συντηρεί ένα αρνητικό κλίμα στις διεθνείς αγορές και δεν επιτρέπει στην οικονομία να προσεγγίσει τις σημαντικές δυνητικές αναπτυξιακές της δυνατότητες. Στη βάση αυτής της μεταρρυθμιστικής υστέρησης βρίσκεται η απροθυμία των διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων να διεκδικήσουν την «ιδιοκτησία» (ownership) των ζητούμενων μεταρρυθμίσεων, δηλαδή η συνειδητή τους αδιαφορία να ενστερνιστούν και να υποστηρίξουν πολιτικά την αναγκαιότητα του μεταρρυθμιστικού προγράμματος. Συνέχεια ανάγνωσης «H (πλήρης) ιδιοκτησία των μεταρρυθμίσεων»

Πολιτική αξιοπιστία και οικονομική ανάπτυξη

Με την πρόσφατη έκδοση του πενταετούς ομολόγου η ελληνική κυβέρνηση επιχείρησε να κάνει ακόμη ένα βήμα για την επιστροφή στις αγορές και μέσω αυτής στην επιστροφή στην πολυπόθητη κανονικότητα. Η χώρα χάρη στις (όχι πάντοτε δίκαια κατανεμημένες) θυσίες των ελλήνων πολιτών, έχει διανύσει μια πραγματικά μεγάλη απόσταση από τις μέρες του δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Τα δημόσια οικονομικά νοικοκυρεύτηκαν, πολλές μεταρρυθμίσεις προωθήθηκαν, ένα σημαντικό μέρος της χαμένης ανταγωνιστικότητας αποκαταστάθηκε.

Ωστόσο η οριστική ανάταξη της χώρας θα κριθεί με βάση τις επιδόσεις της σε ένα σε εν πολλοίς μη μετρήσιμο δείκτη, αυτόν της αξιοπιστίας της κυβερνητικής πολιτικής. Η αξιοπιστία των κυβερνητικών δεσμεύσεων και η συνακόλουθη προβλεψιμότητα των κανόνων, καθορίζει την εμπιστοσύνη των αγορών και επιτρέπει το μακροπρόθεσμο σχεδιασμό των επενδύσεων. Επιμέρους στοιχεία της αξιοπιστίας είναι η προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων, η αποτελεσματικότητα της απονομής δικαιοσύνης, και (κυρίως) η πολιτική σταθερότητα και συνέχεια. Σε κάθε περίπτωση γίνεται πλέον διεθνώς αποδεκτό ότι, η πολιτική αξιοπιστία επιδρά θετικά στην ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης.    Συνέχεια ανάγνωσης «Πολιτική αξιοπιστία και οικονομική ανάπτυξη»

Στη χώρα του εφαρμοσμένου λαϊκισμού

Πέρασαν κιόλας δύο χρόνια από τη διεξαγωγή του ελληνικού δημοψηφίσματος (5.7.2015) για την τύχη του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής. Παρά τη χρονική απόσταση που μας χωρίζει, μοιάζει σαν χθες η στιγμή που οι έλληνες πολίτες κλήθηκαν να αποφασίσουν για την αποδοχή των προτάσεων των δανειστών αναφορικά με την ολοκλήρωση του Μνημονίου ΙΙ και την περαιτέρω στήριξη της ελληνικής οικονομίας. Επρόκειτο για ένα πρόδηλα διχαστικό (και συναφώς αντιδημοκρατικό) και μεθοδολογικά προβληματικό ερώτημα. Συνέχεια ανάγνωσης «Στη χώρα του εφαρμοσμένου λαϊκισμού»

Από το Σχέδιο Μάρσαλ στο Μνημόνιο

Από τους ΠΑΝΟ ΚΑΖΑΚΟ και ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΚΑΛΚΟ

Συμπληρώνονται εβδομήντα χρόνια από την πρώτη ανακοίνωση του περίφημου Σχεδίου Μάρσαλ (5.6.1947), του αμερικανικού προγράμματος οικονομικής συνδρομής με στόχο τη μεταπολεμική ανοικοδόμηση των ευρωπαϊκών οικονομιών και την ανάσχεση της κομμουνιστικής επιρροής. Το «Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Ανόρθωσης» (όπως είναι η ονομασία του) συνέδραμε καθοριστικά στην ανάταξη της Ελλάδας τη στιγμή που έβγαινε κατεστραμμένη από την Κατοχή. Η πολυδάπανη οικονομική συνδρομή (υπολογίζεται σε 30 δισ. δολάρια σε σημερινές τιμές, για την περίοδο 1948-1952), αν και μεγάλο μέρος της κατασπαταλήθηκε από το εγχώριο πολιτικό σύστημα, συνέβαλε στην παραγωγική ανασυγκρότηση (υποδομές, ενέργεια, βιομηχανία, γεωργία) και έθεσε τις βάσεις για το οικονομικό θαύμα της αδιάλειπτης ανάπτυξης που ακολούθησε τα επόμενα χρόνια. Συνέχεια ανάγνωσης «Από το Σχέδιο Μάρσαλ στο Μνημόνιο»

Αβέβαιη ανάκαμψη

Σύμφωνα με τα διορθωμένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, στο 1ο τρίμηνο του έτους το ΑΕΠ αυξήθηκε σε ποσοστό 0,4% σε σχέση με το τελευταίο τρίμηνο του 2016 και με το αντίστοιχο 1ο τρίμηνο του περασμένου έτους. Σε κάθε περίπτωση, ασφαλέστερες εκτιμήσεις για την πορεία της οικονομίας θα είμαστε σε θέση να κάνουμε μετά την ανακοίνωση των στοιχείων για το 2ο τρίμηνο του έτους. Ακόμη κι έτσι όμως, δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε τις επιφυλάξεις μας για τους προβλεπόμενους ρυθμούς ανάπτυξης του φετινού προϋπολογισμού (1,8%) και τις παραδοχές του μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 (άνω του 2% κατ’ έτος) και με ότι αυτό συνεπάγεται για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, την αύξηση της απασχόλησης και τη βιωσιμότητα του χρέους. Συνέχεια ανάγνωσης «Αβέβαιη ανάκαμψη»

Η πραγματική κληρονομιά της δικτατορίας

Από τους ΠΑΝΟ ΚΑΖΑΚΟ και ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΚΑΛΚΟ

Το πρόσφατο άρθρο του καθηγητή Στ. Καλύβα στην Καθημερινή της Κυριακής (18.6.2017) με τίτλο «Μια παράδοξη κληρονομιά» προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις. Με αυθαίρετες γενικεύσεις αποδόθηκαν στον αρθρογράφο κρίσεις και προθέσεις για την περίοδο της δικτατορίας που δεν τεκμαίρονται από τα συμφραζόμενα του κειμένου. Δεν είναι άλλωστε δυνατό να εξαχθούν γενικά συμπεράσματα βασιζόμενοι σε ένα άρθρο μόλις λίγων εκατοντάδων λέξεων. Για το λόγο αυτό περιοριζόμαστε να αναφερθούμε μόνο σε δύο σημεία που κέντρισαν το ενδιαφέρον μας. Συνέχεια ανάγνωσης «Η πραγματική κληρονομιά της δικτατορίας»