Στη χώρα του εφαρμοσμένου λαϊκισμού

Πέρασαν κιόλας δύο χρόνια από τη διεξαγωγή του ελληνικού δημοψηφίσματος (5.7.2015) για την τύχη του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής. Παρά τη χρονική απόσταση που μας χωρίζει, μοιάζει σαν χθες η στιγμή που οι έλληνες πολίτες κλήθηκαν να αποφασίσουν για την αποδοχή των προτάσεων των δανειστών αναφορικά με την ολοκλήρωση του Μνημονίου ΙΙ και την περαιτέρω στήριξη της ελληνικής οικονομίας. Επρόκειτο για ένα πρόδηλα διχαστικό (και συναφώς αντιδημοκρατικό) και μεθοδολογικά προβληματικό ερώτημα.

Οικονομικά αναλφάβητοι συμπολίτες μας κλήθηκαν να αποφανθούν για εξαιρετικά σύνθετα τεχνικά ζητήματα. Το διπλό ερώτημα του δημοψηφίσματος για τις «Μεταρρυθμίσεις για την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος και πέραν αυτού» (Reforms for the completion of the Current Program and Beyond) και την «Προκαταρκτική ανάλυση βιωσιμότητας χρέους» (Preliminary Debt sustainability analysis), με την εκ των υστέρων γνώση, μοιάζει σήμερα με κακοπαιγμένη φαρσοκωμωδία. Συνακόλουθα, το χρονικό περιθώριο της μίας εβδομάδας από την προκήρυξη του δημοψηφίσματος ήταν καταφανώς ελάχιστο για τη σχηματοποίηση οποιασδήποτε ολοκληρωμένης άποψης, αρκετό όμως για να δηλητηριάσει το πολιτικό κλίμα.

Το δημοψήφισμα όμως δεν υπήρξε μια ατυχής, μεμονωμένη στιγμή της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Αντίθετα, αποτέλεσε το καταληκτικό σημείο μιας προδιαγεγραμμένης πορείας εθνικού αδιεξόδου. Μία πορεία που βαπτίστηκε στα απόνερα της «αγανάκτησης», συνεχίστηκε τις πρώτες μέρες της «αντιμνημονιακής» διακυβέρνησης (με το περίφημο «ουάου!» του υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη προς τον, επικεφαλής του Γιούρογκρουπ, Γερούν Ντάισελμπλουμ) και κορυφώθηκε με την αναγκαστική τραπεζική αργία και την επιβολή των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls). Τελικά φαίνεται ότι, μόνο ο πανικός των κυβερνώντων μπροστά στην υψηλή αβεβαιότητα των κινήσεων τους απέτρεψε, κυριολεκτικά την έσχατη στιγμή, την ανυπολόγιστη καταστροφή της επερχόμενης εξόδου από την ευρωζώνη. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του αμερικανού οικονομολόγου Τζαίημς Γκάλμπρεηθ, ο οποίος συμμετείχε σε μία κλειστή ολιγομελή ομάδα επιφορτισμένη με την επεξεργασία του «σχεδίου Χ» (αντικείμενό της η επεξεργασία των προϋποθέσεων μίας ομαλής μετάβασης στο εθνικό νόμισμα), η έξοδος από το ευρώ θα ισοδυναμούσε με «άλμα στο άγνωστο», διατυπώνοντας παράλληλα ανησυχίες για τη δυνατότητα διατήρησης της τάξης και της ομαλής ροής βασικών αγαθών και υπηρεσιών (Καλώς Όρισες στη Μαρτυρική Αρένα, εκδόσεις Πατάκη, 2016).

Το δημοψήφισμα αποτέλεσε μια αχρείαστα επώδυνη δοκιμασία για τη χώρα, οι συνέπειες της οποίας συνεχίζουν να επηρεάζουν την πολιτική και οικονομική ζωή του τόπου. Στο πεδίο της οικονομίας, η βαρουφάκεια διαπραγμάτευση και το δημοψήφισμα το πρώτο εξάμηνο του 2015 κόστισαν περί τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ και οδήγησαν ξανά τη χώρα στην ύφεση. Σήμερα η οικονομία έχει επιστρέψει στο 2014 και καταγράφει αναιμικές επιδόσεις. Και τελικά κατέστησε αναπόφευκτο ένα τρίτο Μνημόνιο (Αύγουστος 2015) με τους πλέον δυσμενείς όρους.

Στο πολιτικό πεδίο το δημοψήφισμα αποτέλεσε την κορωνίδα της πολιτικής αναξιοπιστίας της χώρας μας απέναντι στους εταίρους της. Αύξησε κατακόρυφα το ρίσκο που η χώρα αντιπροσωπεύει στις διεθνείς αγορές. Προστέθηκε στη μακρά λίστα της μεθοδικής υποβάθμισης της λειτουργίας των θεσμών (λειτουργία του κοινοβουλίου, ΜΜΕ, δικαιοσύνη, ανεξάρτητες αρχές) και ενίσχυσε τη διαβρωτική επίδραση του λαϊκισμού.

Στο πεδίο της κοινωνίας, το δημοψήφισμα άφησε μια ανοιχτή πληγή στο κοινωνικό σώμα. Βέβαια, η «διάψευση της λαϊκιστικής υπόσχεσης του ΣΥΡΙΖΑ» (σύμφωνα με την εύστοχη επισήμανση του μελετητή του λαϊκισμού Κας Μούντε) υπήρξε νομοτελειακή και αναμενόμενη, όπως άλλωστε είναι και η κατάληξη κάθε λαϊκιστικού εγχειρήματος. Ωστόσο, η πρωτοφανής στρέβλωση της βούλησης του πολιτικού σώματος εσωτερικεύθηκε ως ήττα, βαθαίνοντας ακόμη περισσότερο την κρίση του πολιτικού συστήματος και ενισχύοντας τον αντι-ευρωπαϊσμό. Γιατί δυστυχώς η αιφνίδια και οβιδιακή αλλαγή πολιτικής δεν συνοδεύτηκε από μία επαρκή επεξήγηση και μία θαρραλέα αυτοκριτική που θα συνέβαλαν σε μία νέα (καλοδεχούμενη) εθνική αυτογνωσία. Αντίθετα, η αποσπασματική και δειλή παραδοχή της «αυταπάτης» σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποκαταστήσει τη διαρρηγμένη σχέση εμπιστοσύνης των κυβερνώντων με τους πολίτες αμβλύνοντας την πικρή αίσθηση της εξαπάτησης. Και αυτή η βουβή (μη μετρήσιμη αλλά διάχυτη) κοινωνική απογοήτευση δεν πρέπει να αναζητήσει μελλοντικά την έκφρασή της σε νέες λαϊκιστικές περιπέτειες.

Σήμερα η υπόμνηση του δημοψηφίσματος είναι πολλαπλώς διδακτική. Καταδεικνύει τη σημασία των διεθνών συσχετισμών ισχύος και τον καθοριστικό ρόλο της πολιτικής ηγεσίας σε περιόδους κρίσης. Κυρίως όμως, το δημοψήφισμα μας υπενθυμίζει διαρκώς ότι ζούμε στη χώρα του εφαρμοσμένου λαϊκισμού. Στον τόπο που οι κυβερνώντες δεν διστάζουν να μετέλθουν κάθε διαθέσιμου μέσου προκειμένου να ικανοποιήσουν τον απροσμέτρητο πολιτικό τυχοδιωκτισμό και τον ιδεοληπτικό δογματισμό τους. Αδιάφοροι απέναντι στη σημασία των θεσμών, κινούνται συχνά στα όρια της δημοκρατικής νομιμότητας ενώ συχνά ξεπερνούν αυτά της πολιτικής ηθικής.

Συνοψίζοντας τα δύο τελευταία δραματικά χρόνια, το δημοψήφισμα συνεχίζει να ρίχνει βαριά τη σκιά του στην πολιτική ζωή του τόπου. Η ανάταξη της οικονομίας και η ευημερία της κοινωνίας προϋποθέτουν, πριν και πάνω από όλα, να μη βυθιστούμε μπροστά στο κύμα του εθνικολαϊκισμού που απειλεί να πνίξει τη χώρα.

*Δημοσιεύτηκε στην Ελευθερία του Τύπου (9.7.2017).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s