Από το Σχέδιο Μάρσαλ στο Μνημόνιο

Από τους ΠΑΝΟ ΚΑΖΑΚΟ και ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΚΑΛΚΟ

Συμπληρώνονται εβδομήντα χρόνια από την πρώτη ανακοίνωση του περίφημου Σχεδίου Μάρσαλ (5.6.1947), του αμερικανικού προγράμματος οικονομικής συνδρομής με στόχο τη μεταπολεμική ανοικοδόμηση των ευρωπαϊκών οικονομιών και την ανάσχεση της κομμουνιστικής επιρροής. Το «Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Ανόρθωσης» (όπως είναι η ονομασία του) συνέδραμε καθοριστικά στην ανάταξη της Ελλάδας τη στιγμή που έβγαινε κατεστραμμένη από την Κατοχή. Η πολυδάπανη οικονομική συνδρομή (υπολογίζεται σε 30 δισ. δολάρια σε σημερινές τιμές, για την περίοδο 1948-1952), αν και μεγάλο μέρος της κατασπαταλήθηκε από το εγχώριο πολιτικό σύστημα, συνέβαλε στην παραγωγική ανασυγκρότηση (υποδομές, ενέργεια, βιομηχανία, γεωργία) και έθεσε τις βάσεις για το οικονομικό θαύμα της αδιάλειπτης ανάπτυξης που ακολούθησε τα επόμενα χρόνια.

Οι αντιστοιχίες της μεταπολεμικής αμερικανικής οικονομικής βοήθειας με τα σημερινά προγράμματα προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας (Μνημόνια) είναι προφανείς και συνίστανται στην εφαρμογή του τρίπτυχου «οικονομική ενίσχυση-μεταρρυθμίσεις-διεθνής επιτροπεία». Όπως άλλωστε και κάθε άλλο πρόγραμμα οικονομικής βοήθειας, το Σχέδιο Μάρσαλ συνοδεύτηκε από «αιρεσιμότητες» (conditionalities), δηλαδή από τον όρο παράλληλης εφαρμογής συνοδευτικών πολιτικών ώστε η βοήθεια να αξιοποιηθεί με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο. Περιοριζόμαστε να αναφέρουμε την εγκατάσταση στη χώρα της αποστολής ECA/Greece (European Cooperation Agreement) εν είδει «τρόικας», την εφαρμογή τετραετούς οικονομικού προγράμματος, τα διαδοχικά σταθεροποιητικά προγράμματα προκειμένου να τιθασευτεί ο πληθωρισμός, την αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία και τον περιορισμό των δημόσιων δαπανών, τις παρεμβάσεις στο τραπεζικό σύστημα. Ίσως μάλιστα αυτή η πολιτική και τεχνοκρατική συνδρομή να ήταν σημαντικότερη από την οικονομική βοήθεια για την ανασυγκρότηση των οικονομικών δομών του ελληνικού κράτους ώστε να απαλλαγεί η χώρα από τον πελατειακό πατερναλισμό.

Η γιγαντιαία για τα ελληνικά δεδομένα αλλά και σε ευρωπαϊκή σύγκριση βοήθεια κορυφώθηκε προς το τέλος του εμφυλίου. Ο εμφύλιος και το πελατειακό σύστημα δεν επέτρεψαν την καλύτερη χρήση της. Η έκθεση και η αρθρογραφία του Paul Porter αναλύει σε μεγαλύτερο βάθος τις εντάσεις ανάμεσα σε αμερικανική αποστολή και εσωτερικές δυνάμεις – τη γραφειοκρατία («δεν έχω δει διοικητική δομή που να είναι […]τόσο απαράδεκτη»), τους πολιτικούς (η κυβέρνηση «εκλιπαρεί για ξένη βοήθεια ώστε να διατηρήσει την εξουσία») και «την ομάδα πίεσης της καλής κοινωνίας» που ήθελε απλά να διασφαλίσει τα προνόμιά της. ( Βλ. Ζητείται: Ένα Θαύμα για την Ελλάδα. Ημερολόγιο ενός προεδρικού απεσταλμένου, 20 Ιανουαρίου-27 Φεβρουαρίου 1947, Μεταμεσονύκτιες εκδόσεις, 2008 σελ. 263 και μετά).

Παρά ταύτα ο ρόλος της στην ανασυγκρότηση και, κατόπιν, στη σταθεροποίηση της οικονομίας ήταν σημαντικός.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η οικονομική πολιτική που ακολούθησε η χώρα μας για να αντιμετωπίσει την προβλεπόμενη διακοπή της εξωτερικής οικονομικής βοήθειας με την ολοκλήρωση του σχεδίου Μάρσαλ. Ο, τότε υπουργός Συντονισμού στην κυβέρνηση Παπάγου, Σπύρος Μαρκεζίνης προβληματιζόταν από τη διαρκώς μειούμενη οικονομική βοήθεια του περίφημου Σχεδίου Μάρσαλ, η οποία φτάνοντας στο τέλος της άφηνε ένα δυσαναπλήρωτο χρηματοδοτικό κενό στην ελληνική οικονομία. Η δυνατότητα σύναψης νέων δανείων για τους αναπτυξιακούς στόχους της χώρας προϋπέθετε την αξιοπιστία των δημόσιων οικονομικών της και, κατά συνέπεια, οι πολιτικές σταθεροποίησης έπρεπε να προηγηθούν την ανάπτυξης. Ανάμεσά στις μεταρρυθμίσεις που προωθήθηκαν εκείνη την περίοδο, ξεχωρίζουν η απελευθέρωση των αγορών από πλήθος διοικητικούς και αγορανομικούς περιορισμούς (πχ. δελτίο άρτου), η άρση των ποσοτικών περιορισμών στην εισαγωγή προϊόντων και πρώτων υλών, η διαμόρφωση ενός θεσμικού περιβάλλοντος ευνοϊκού για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων (Ν. 2687/1953), η εφαρμογή ενός φιλόδοξου προγράμματος δημοσίων επενδύσεων στις υποδομές και τις μεταφορές που άλλαξαν τη μορφή της χώρας (πχ. τα φράγματα Αλιάκμονα και Αχελώου), η μείωση της απασχόλησης στο Δημόσιο κατά 23% και το «πάγωμα» των προσλήψεων. Επιστέγασμα αυτής της πολιτικής υπήρξε την περίοδο 1953-54 η κατάρτιση του πρώτου πλεονασματικού προϋπολογισμού.

Σήμερα, με την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος προσαρμογής το καλοκαίρι του 2018, είναι πιθανό η οικονομία να βρεθεί μπροστά σε ένα ανάλογο έλλειμμα χρηματοδότησης, τη στιγμή που αυξάνονται οι χρηματοδοτικές της ανάγκες (πρόσφατα η PwC υπολόγισε το επενδυτικό «κενό» της οικονομίας για την περίοδο 2017-2022 σε 155 δις ευρώ). Χωρίς επαρκές δημοσιονομικό περιθώριο λόγω της υποχρέωσης επίτευξης υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, η ελληνική οικονομία χρειάζεται ένα φιλόδοξο επενδυτικό πρόγραμμα που θα αντιμετωπίσει την πολύχρονη απο-επένδυση και θα επιταχύνει την απόδοση των υλοποιούμενων μεταρρυθμίσεων. Ταυτόχρονα απαιτείται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο διαρθρωτικών αλλαγών για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, η διαμόρφωση φιλικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος για την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων και βέβαια η βέλτιστη αξιοποίηση των διαθέσιμων κοινοτικών χρηματοδοτήσεων.

Σε κάθε περίπτωση, η εμπειρία της μεταπολεμικής ελληνικής οικονομικής ιστορίας δείχνει καθαρά ότι σε περιόδους κρίσης η παροχή (εξωτερικής) οικονομικής συνδρομής, αν και αναγκαία, δεν είναι επαρκής προϋπόθεση για την υπέρβασή της. Απαιτείται παράλληλα η προώθηση των απαιτούμενων θεσμικών αλλαγών. 

*Δημοσιεύτηκε στην Ελευθερία του Τύπου (2.7.2017).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s