Η πραγματική κληρονομιά της δικτατορίας

Από τους ΠΑΝΟ ΚΑΖΑΚΟ και ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΚΑΛΚΟ

Το πρόσφατο άρθρο του καθηγητή Στ. Καλύβα στην Καθημερινή της Κυριακής (18.6.2017) με τίτλο «Μια παράδοξη κληρονομιά» προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις. Με αυθαίρετες γενικεύσεις αποδόθηκαν στον αρθρογράφο κρίσεις και προθέσεις για την περίοδο της δικτατορίας που δεν τεκμαίρονται από τα συμφραζόμενα του κειμένου. Δεν είναι άλλωστε δυνατό να εξαχθούν γενικά συμπεράσματα βασιζόμενοι σε ένα άρθρο μόλις λίγων εκατοντάδων λέξεων. Για το λόγο αυτό περιοριζόμαστε να αναφερθούμε μόνο σε δύο σημεία που κέντρισαν το ενδιαφέρον μας.

Πρώτον, θα περίμενε κάποιος μία βαθύτερη εκτίμηση για τις οικονομικές επιδόσεις της χουντικής διακυβέρνησης. Είναι άλλωστε διαδεδομένη η, καφενειακού επιπέδου, αντίληψη για τη δήθεν ακμάζουσα οικονομία της επταετίας. Πράγματι, η χούντα των συνταγματαρχών ακολούθησε, σε γενικές γραμμές, την οικονομική πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων και επωφελήθηκε του «ενάρετου» οικονομικού κύκλου που είχε ξεκινήσει στα τέλη της δεκαετίας του ’50 παρουσιάζοντας υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Ωστόσο,  αυτή η ανάπτυξη δεν μπορούσε να είναι διατηρήσιμη. Τούτο διότι η κυβερνητική πρακτική υπονόμευσε τις θεσμικές προϋποθέσεις της ανάπτυξης καθώς, η επιρροή των ειδικών συμφερόντων ενισχύθηκε, ο αναπτυξιακός σχεδιασμός υποτάχθηκε στις πολιτικές προτεραιότητες του καθεστώτος (χαρακτηριστικότερο παράδειγμα όλων η χωροταξία), η διαφθορά γιγαντώθηκε, η δημόσια διοίκηση αποδυναμώθηκε και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού αποκλείστηκε από την οικονομική ζωή του τόπου.

Σε αυτή την κάπως επιφανειακή οικονομική ευημερία της εποχής στηρίζεται ο αρθρογράφος προκειμένου να αιτιολογήσει την (αναπόδεικτη) «πλατιά» κοινωνική αποδοχή του δικτατορικού καθεστώτος. «Η διαδικασία κοινωνικού εκσυγχρονισμού είχε, βέβαια, ξεκινήσει πριν από τη δικτατορία, αλλά εκείνη την επιτάχυνε γνωρίζοντας πως η αποδοχή της εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από την οικονομική ανάπτυξη και ενισχύοντας την τάση των ανθρώπων για αναζήτηση της ευτυχίας στην ιδιωτική σφαίρα». Εδώ ο Στ. Καλύβας φαίνεται εμμέσως να ακολουθεί τη γνωστή θεωρία της σύνδεσης της οικονομικής ανάπτυξης με τη δημοκρατία, δηλαδή την άποψη ότι η οικονομική ευημερία οδηγεί στον πολιτικό εκσυγχρονισμό. Ωστόσο στις μέρες μας αφθονούν τα παραδείγματα των χωρών του λεγόμενου «αυταρχικού καπιταλισμού» (Σιγκαπούρη, κ.ά.) που συνδυάζουν την καπιταλιστική οικονομία με την αυταρχική διακυβέρνηση. Σε αυτό το πλαίσιο, καθοριστικής σημασίας είναι η ακριβής σχέση ανάμεσα στην οικονομική και την πολιτική ελευθερία. Η ανοιχτή οικονομία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ανοιχτή κοινωνία, την οποία βέβαια τα αυταρχικά καθεστώτα εχθρεύονται, και χωρίς κοινωνία πολιτών την οποία επιχειρούν να ποδηγετήσουν. Την περίοδο της επταετίας δεν υπήρξε ούτε κατά διάνοια ανοιχτή οικονομία- αντίθετα, θεσμοθετήθηκε ένα πλέγμα κανονιστικών ρυθμίσεων που απέβλεπε στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του καθεστώτος και των στηριγμάτων του. Όσον αφορά δε στην κοινωνία των πολιτών, δεν χρειάζεται κάποιος να μπει καν στον κόπο να επιχειρηματολογήσει για την κληρονομιά ενός καθεστώτος που προσπάθησε (και για επτά χρόνια κατάφερε) να θέσει την κοινωνία στο περιθώριο της (ευρωπαϊκής) Ιστορίας.

Δεύτερον, ο αρθρογράφος φαίνεται να υποβαθμίζει τις μακροπρόθεσμες πολιτικές συνέπειες της δικτατορίας γράφοντας στον επίλογο του κειμένου του ότι, «η δικτατορία ξεπεράστηκε εύκολα και γρήγορα. Ίσως γιατί υπήρξε ένα μικρό διάλειμμα δίχως μεγάλη σημασία». Στην πραγματικότητα όμως συνέβη το ακριβώς αντίθετο.

Το αποτύπωμα της επταετίας υπήρξε σημαντικό και καταφανώς αρνητικό στη μεταπολιτευτική περίοδο, κύρια στους τυπικούς πολιτικούς θεσμούς της χώρας. Η χουντική διακυβέρνηση οδήγησε στην απίσχναση του κράτους δικαίου, συνέβαλε στην εξαχρείωση της πολιτικής κουλτούρας και τραυμάτισε την αναγκαία εμπιστοσύνη στους πολιτικούς θεσμούς:

«Με απλά λόγια, η δικτατορία ενίσχυσε την αναξιοπιστία των θεσμών και τη διαδικασία φθοράς της έννοιας του νόμου και των λέξεων (π.χ. Σύνταγμα, προεδρική δημοκρατία) με τις οποίες μπορεί να συνεννοείται μια κοινωνία πολιτών. Η δικτατορία επιβεβαίωσε άλλη μια φορά την πεποίθηση ή τη διάχυτη υποψία ότι ο νόμος είναι ένα εργαλείο στα χέρια αυτών που είναι στην εξουσία. Μια κυβέρνηση που δεν είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένη και έχει παραβιάσει ωμά τους ύψιστους κανόνες του Συντάγματος αποτελεί εξ ορισμού μια πρόσκληση για παράνομη συμπεριφορά σε όποιον μπορεί!» (Πάνος Καζάκος, «Πολιτικοί θεσμοί και οικονομική ανάπτυξη: η εμπειρία της δικτατορίας 1967-1974» στο: Η Δικτατορία των συνταγματαρχών και η αποκατάσταση της Δημοκρατίας, Ίδρυμα Βουλής των Ελλήνων, 2016, σελ. 151).

Ο Στ. Καλύβας, έπειτα από την πρόσφατη παραγωγική ενασχόλησή του (μαζί με το Ν. Μαραντζίδη) με την ιστοριογραφία της περιόδου της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου, καταπιάνεται με την περίοδο της επτάχρονης δικτατορίας. Πρόκειται για ακόμη ένα πολιτικά περιθωριοποιημένο και επιστημονικά υποβαθμισμένο ζήτημα- ως εκ τούτου λοιπόν ευπρόσδεκτο. Αναφορικά δε με τους πολυάριθμους επικριτές αλλά και τους υποστηρικτές του αρθρογράφου, είναι πια καιρός να μάθουμε όλοι μας να προσερχόμαστε στο δημόσιο διάλογο με στοιχειώδη διανοητική εντιμότητα, νηφαλιότητα, και (πρώτιστα) σεβασμό σε κάθε (τεκμηριωμένη) άποψη.

*Ο Πάνος Καζάκος είναι ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ και μέλος του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Ο Δημήτρης Σκάλκος είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος.

*Δημοσιεύτηκε στην Ελευθερία του Τύπου (25.6.2017).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s