Παράταση (διαλυτικής) αβεβαιότητας

Η τελευταία συνεδρίαση των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης δεν μας έκανε σε κάτι σοφότερους. Επιβεβαιώνοντας σε γενικές γραμμές το κλίμα που είχε διαφανεί στην ειδησεογραφία των προηγούμενων ημερών, οι Θεσμοί περιορίστηκαν να καλύψουν τις εκκρεμότητες του ελληνικού προγράμματος στην παρούσα φάση. Ολοκληρώθηκε (με πολύμηνη καθυστέρηση) η β’ αξιολόγηση του προγράμματος, η οποία απελευθερώνει την αναγκαία (και ενισχυμένη) εκταμίευση του αναλογούντος δανείου ύψους 8,5 δις ευρώ. Στο ζήτημα της βιωσιμότητας του χρέους, το Eurogroup περιορίστηκε να επαναλάβει τη δυνατότητα παράτασης των ωριμάσεων των δανείων μέχρι δεκαπέντε χρόνια. Και επίσης διατύπωσε μια ενδιαφέρουσα πρόταση (που όμως χρειάζεται περαιτέρω εξειδίκευση) για την εισαγωγή «ρήτρας ανάπτυξης» για ελάφρυνση του χρέους σε περιπτώσεις μειωμένων  ρυθμών ανάπτυξης.

Ουσιαστικά λοιπόν δεν αποκομίσαμε κάτι περισσότερο από την πρόταση που ο έλληνας υπουργός οικονομικών είχε απορρίψει στην προηγούμενη συνεδρίαση του Eurogroup (22 Μαΐου). Αυτές οι εξελίξεις δεν επαρκούν για τη συμμετοχή του ΔΝΤ με χρηματοδότηση στο ελληνικό πρόγραμμα (που συνεχίζει να συμμετέχει στο πρόγραμμα «επί της αρχής» και με μια περιορισμένη προληπτική γραμμή στήριξης έως 2 δις ευρώ) και συνακόλουθα είμαστε επιφυλακτικοί αν τελικά πληρούνται οι όροι για τη συμμετοχή μας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της ΕΚΤ για το 2017.

Έχοντας αντιληφθεί τις διαμορφωμένες ισορροπίες, η κυβέρνηση προσήλθε στη συνεδρίαση της περασμένης Πέμπτης με περιορισμένες διεκδικήσεις. Επιζητούσε περισσότερο μία λεκτική διατύπωση που θα συντηρούσε τους επόμενους μήνες το (κεντρικό για το πολιτικό της  αφήγημα) ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους και θα επέτρεπε την επικοινωνιακή διαχείριση της απόφασης στο εσωτερικό της χώρας. Όμως, η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό στο μέσο μιας επικίνδυνης διελκυστίνδας ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και το ΔΝΤ για το πρόγραμμα προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας και φαίνεται να έχει απολέσει πλήρως κάθε διαπραγματευτική ισχύ. Χρήσιμο είναι λοιπόν να συγκρατήσουμε ότι, η επαναλαμβανόμενη επίκληση μιας «πολιτικής λύσης» η οποία προβάλλεται ως ο «από μηχανής θεός» που θα δώσει τέλος στο ελληνικό δράμα δεν πρόκειται ποτέ να έρθει όσο παραγνωρίζεται η οικονομική πραγματικότητα.

 

ΠΡΩΤΟΓΕΝΗ ΠΛΕΟΝΑΣΜΑΤΑ

 Ίσως το μεγαλύτερο σφάλμα του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης στο πλαίσιο του τρέχοντος προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής είναι η πρόθυμη αποδοχή της υποχρέωσης επίτευξης υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων (3,5% για τα έτη 2018-2022 και της τάξης του 2% για τη μακρά περίοδο 2023-2060! Τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα (ιδιαίτερα όταν στηρίζονται σε υπέρμετρη φορολόγηση κάθε συντελεστή παραγωγής) λειτουργούν υφεσιακά καθώς στερούν τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο, υπονομεύοντας έτσι τη μακροπρόθεσμη βιώσιμη ανάπτυξη αλλά και τον στόχο της απομείωσης του δημόσιου χρέους. Ακόμη χειρότερα, η επίτευξη πλεονάσματος 4,2% για το 2016, χωρίς μάλιστα προηγούμενη συμβατική υποχρέωση, στηρίχτηκε σε μία εκτός οικονομικής λογικής αφαίμαξη πόρων  από την πραγματική οικονομία.

Σε κάθε περίπτωση, η επίτευξη και διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων αυτής της τάξης μεγέθους συνιστούν έναν εξαιρετικά φιλόδοξο στόχο που δεν υποστηρίζεται από τη δυναμική της ελληνικής οικονομίας, ούτε όμως και από τη διεθνή εμπειρία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ανάμεσα σε 121 περιπτώσεις δημοσιονομικής προσαρμογής που καταγράφηκαν την περίοδο 1974-2013, η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων μεγαλύτερη του 4% σε διάρκεια δέκα ετών κατέστη εφικτή μόλις σε πέντε από αυτές (Barry Eichengreen and Ugo Panizza, «Can large primary surpluses solve Europe’s debt problem?», Vox, 30.7.2014).

 

ΑΒΕΒΑΙΗ ΑΝΑΚΑΜΨΗ

 Άμεσα συνδεδεμένη με τους ακολουθούμενους οικονομικούς σχεδιασμούς είναι η πρόβλεψη για τους μελλοντικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Οι χαμηλές πτήσεις της ελληνικής οικονομίας το τελευταίο εξάμηνο δείχνουν αναιμική (και σε κάθε περίπτωση ανεπαρκή) ανάκαμψη, κάτι που καθιστά αμφίβολες τις προβλέψεις πάνω στις οποίες στηρίζονταιοι σχεδιασμοί των Θεσμών και της κυβέρνησης, με ότι αυτό συνεπάγεται τη βιωσιμότητα του χρέους. Όπως η πρόβλεψη του φετινού προϋπολογισμού (1,8%) και οι παραδοχές του μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 (άνω του 2% κατ’ έτος). Το ΔΝΤ προβλέπει μάλιστα ακόμη μικρότερους ρυθμούς ανάπτυξης στα επόμενα έτη (μόλις 1% για το 2022), γεγονός που το ωθεί να θεωρεί το ελληνικό χρέος μη βιώσιμο.

Το δημόσιο χρέος, πέρα από ένα όριο, επιδρά αρνητικά στην ανάπτυξη (υπολογίζεται ότι τα κράτη με χρέος μεγαλύτερο του 90% του ΑΕΠ παρουσιάζουν ανάπτυξη σε μέσες τιμές χαμηλότερη κατά μία μονάδα). Ωστόσο, για τη χώρα μας το κόστος εξυπηρέτησης του στην παρούσα φάση είναι συγκριτικά μικρό (μέσο επιτόκιο 1%). Το πραγματικό μέγεθος της επίδρασης του χρέους (και αυτό που πρέπει πρώτιστα να μας απασχολεί) συναρτάται άμεσα από τη δυναμική της οικονομίας και βέβαια από την πολιτική αξιοπιστία της κυβέρνησης που τη διαχειρίζεται. Και δυστυχώς η διάχυτη πολιτική και οικονομική αβεβαιότητα που επικρατεί αποτελεί τον κύριο ανασχετικό παράγοντα για την ανάταξη της οικονομίας καθώς αυξάνει το αυξημένο «ρίσκο» που αντιπροσωπεύει η χώρα καθιστώντας απαγορευτική κάθε μακροπρόθεσμη επενδυτική πρωτοβουλία.

 

ΚΛΟΤΣΩΝΤΑΣ ΤΟ ΤΕΝΕΚΕΔΑΚΙ ΠΑΡΑΚΑΤΩ

Είναι φανερό ότι, με τα σημερινά δεδομένα η έξοδος στις αγορές προκειμένου η χώρα να χρηματοδοτεί τις ανάγκες της χωρίς την αναγκαστική συνδρομή των Μνημονίων μοιάζει ανέφικτη.

Έπειτα και από την ολοκλήρωση της β΄ αξιολόγησης τα ζητούμενα παραμένουν ίδια. Η προτεραιότητα της υλοποίησης ενός εθνικού προγράμματος φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων που θα ανατάξουν το παραγωγικό δυναμικό της χώρας. Η διασφάλιση επαρκούς δημοσιονομικού χώρου που θα επιτρέψει την αποκατάσταση της ρευστότητας, την ενίσχυση των περιορισμένων δημόσιων επενδύσεων, την ελάφρυνση της φορολογίας και τη στήριξη της κοινωνικής συνοχής. Η άμεση βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος (η ανακοίνωση του Eurogroup εμπεριέχει εξαιρετικά ενδιαφέρουσες αναφορές προς αξιοποίηση όπως η (νέα) προθεσμία στο τέλος του έτους για την οριστικοποίηση μιας ολοκληρωμένης αναπτυξιακής στρατηγικής, η ίδρυση ελληνικής επενδυτικής τράπεζας και η αποτελεσματική κινητοποίηση των διαθέσιμων κοινοτικών πόρων). Και βέβαια, περίπου στο μέσο του επόμενου έτους, ο ακριβής υπολογισμός των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας μετά το 2018, μαζί με μία ανοιχτή πιστοληπτική γραμμή για τα πρώτα βήματα της χώρας στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές. Αυτά είναι τα πραγματικά ζητήματα που (επιτέλους) πρέπει να τεθούν στις διαπραγματεύσεις με τους Θεσμούς αλλά και στη δημόσια συζήτηση στη χώρα. Κάθε άλλη ιεράρχηση απλά «κλωτσάει το τενεκεδάκι παρακάτω στο δρόμο», δίνοντας παράταση στη διαλυτική αβεβαιότητα που επικρατεί στη χώρα.

*Δημοσιεύτηκε στην Ελευθερία του Τύπου (18.6.2017).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s