Ένας φιλελεύθερος μεταρρυθμιστής

Ελάχιστα πράγματα θα μπορούσαν να προστεθούν στα πλείστα όσα ειπώθηκαν για τον πολιτικό βίο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Τα έργα και οι μέρες του έχουν (εδώ και καιρό) περάσει στη δικαιοδοσία των ιστορικών. Εάν ωστόσο αξίζει να σταθούμε λίγο περισσότερο σε κάποια συνιστώσα της πολυδιάστατης παρουσίας του που ενδεχομένως δεν αναλύθηκε επαρκώς, αυτή θα ήταν το ιδεολογικό του στίγμα.

Γιατί ο Κώστας Μητσοτάκης υπήρξε καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής του ένα πολιτικός με πεποιθήσεις (conviction politics).

 

Σε αντίθεση με το μεγαλύτερο μέρος των κεντρώων πολιτικών της γενιάς του, ο Κ. Μητσοτάκης διέθετε μια ιδεολογική πυξίδα που δεν ξεστράτισε ποτέ από τον ορίζοντα του φιλελευθερισμού.

 

Άλλωστε όπως αρεσκόταν ο ίδιος να λέει, «γεννήθηκα φιλελεύθερος και θα πεθάνω φιλελεύθερος». Στη μεταπολίτευση, ως αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, προσπάθησε να μπολιάσει τη συντηρητική παράταξη με σύγχρονες φιλελεύθερες αντιλήψεις. Το ιδεολογικό μανιφέστο της Νέας Δημοκρατίας «Μία νέα πρόταση ελευθερίας» (1985) εντυπωσιάζει ακόμη και σήμερα τον αναγνώστη του με το φιλελεύθερο ριζοσπαστισμό του κειμένου. Ταυτόχρονα ανέδειξε μία νέα γενιά πολιτικών στελεχών που επιχείρησαν να ανανεώσουν το ιδεολογικό οπλοστάσιο του κόμματος παρακολουθώντας τη δυναμική επανάκαμψη του φιλελεύθερων ιδεών στο δυτικό κόσμο στη δεκαετία του ’80.

 

Ο Κ. Μητσοτάκης αντιλαμβανόταν πλήρως την αναγκαιότητα υλοποίησης μεταρρυθμίσεων στην οικονομία και το πολιτικό σύστημα προκειμένου να απαλλαγεί η χώρα από τις χρόνιες παθογένειες του υδροκέφαλου κράτους αλλά και την επικυριαρχία των ειδικών οικονομικών συμφερόντων (ας μην ξεχνούμε ότι υπήρξε ο πρώτος πολιτικός που μίλησε για τη «διαπλοκή»). Βέβαια η συντηρητική παράταξη της χώρας ποτέ δεν προέβαλε μία επεξεργασμένη πολιτική πρόταση μεταρρύθμισης του κράτους. Ακόμη χειρότερα, ποτέ δεν πήρε σαφείς αποστάσεις από τον κυρίαρχο κρατισμό της εποχής καθώς το μεγάλο κράτος υπήρξε για τη συντηρητική παράταξη ο κεντρικός άξονας γύρω από το οποίο άρθρωνε τα συμφέροντά της.

 

Αυτός ο σφικτός εναγκαλισμός με το κράτος δεν του επέτρεψε να ολοκληρώσει το μεταρρυθμιστικό έργο της κυβέρνησής του που από την πρώτη στιγμή βρέθηκε απέναντι σε ένα ισχυρό και πολυπρόσωπο αντιμεταρρυθμιστικό μέτωπο. Από τη σκοπιά της πολιτικής οικονομίας των μεταρρυθμίσεων και τη διεθνή εμπειρία, επρόκειτο μάλλον για μια αναμενόμενη εξέλιξη. Η ισχνή κοινοβουλευτική πλειοψηφία του ενός βουλευτού, η ανυπαρξία ευρείας κοινωνικής συναίνεσης και της αίσθησης μιας επείγουσας κατάστασης (κρίση), η απουσία συνεκτικής ηγετικής ομάδας (οι εσωκομματικές αντιρρήσεις είναι γνωστές και δεν χρειάζεται να αναλυθούν σε αυτό το σημείωμα) ήταν ανασχετικοί παράγοντες στην επιτυχή προώθηση του μεταρρυθμιστικού προγράμματος.

 

Στο διάστημα που ακολούθησε τον θάνατο του Κ. Μητσοτάκη, οι εκφράσεις εκτίμησης προς το πρόσωπό του πραγματικά υπήρξαν εντυπωσιακά πολυάριθμες. Και οπωσδήποτε δεν περιορίστηκαν στον οφειλόμενο σεβασμό σε έναν πολιτικό που σφράγισε με την παρουσία του τη νεότερη πολιτική ιστορία του τόπου. Ενδεχομένως διότι εξέφρασαν την (έστω εκ των υστέρων για πολλούς) θετική αποτίμηση μεγάλου μέρους των πεπραγμένων του. Ίσως πάλι γιατί συνιστούν τη σιωπηρή παραδοχή ενός πολιτικού σφάλματος που διαπράχθηκε καθώς, όπως εύστοχα έγραψε ο Στέφανος Μάνος, η χώρα δεν αξιοποίησε πλήρως το πολιτικό κεφάλαιο που διέθετε ο Κ. Μητσοτάκης παρότι μετά το 1993 και για πολλά χρόνια συνέχισε να παραμένει ακμαίος («Κωνσταντίνος Μητσοτάκης: το αναξιοποίητο κεφάλαιο», Η Καθημερινή, 30.5.2017).

 

Νομίζω όμως ότι στη χορεία των δικαιολογημένων θετικών αξιολογήσεων  βαρύνει και κάτι ακόμη. Το γεγονός ότι ο Κ. Μητσοτάκης παραμένει τραγικά επίκαιρος, ένας πολιτικός απόλυτα συμβατός με τις προκλήσεις των καιρών μας. Ο αδιαπραγμάτευτος ευρωπαϊσμός του στέκει αντιμέτωπος με τις σειρήνες του εθνικολαϊκισμού που υπονομεύουν κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Η συνεπής κοινοβουλευτική του παρουσία και ο απόλυτος σεβασμός του στους θεσμούς αποτελεί φωτεινό παράδειγμα απέναντι στη σημερινή πρωτοφανή υποβάθμιση της κοινοβουλευτικής ζωής. Η επίμονη επιδίωξη της συνεννόησης με τους πολιτικούς του αντιπάλους (και επ’ ουδενί εχθρούς) υποδεικνύει την ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση αντί του διχαστικού πολιτικού λόγου που δηλητηριάζει την πολιτική ζωή.

 

Είναι βέβαιο ότι o τρόπος που πολιτεύτηκε ο Κ. Μητσοτάκης βρίσκεται στη σκέψη κάθε μεταρρυθμιστή πολιτικού και κάθε ορθολογιστή έλληνα πολίτη. Και τελικά, η πολιτική κληρονομιά του αποτελεί την ύστατη προσφορά του στον τόπο καθώς σήμερα καλείται για ακόμη μια φορά να συμβάλει με το παράδειγμά του στην εθνική ανάταξη- έστω και χωρίς τη φυσική του παρουσία.

*Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα του Τύπου (3.6.2017).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s