Μεταρρυθμίσεις: οι περιπέτειες μιας λέξης

Ο όρος μεταρρύθμιση περιγράφει κάθε αλλαγή πολιτικής με στόχο τη βελτίωση του συνολικού επιπέδου κοινωνικής και οικονομικής ευημερίας. Συνακόλουθα η μεταρρύθμιση (πρέπει να) είναι συστατικό κάθε συνεπούς προσπάθειας μεγιστοποίησης της οικονομικής αποδοτικότητας. Ωστόσο στο πολιτικό λεξιλόγιο της μεταψυχροπολεμικής περιόδου οι μεταρρυθμίσεις αναδείχτηκαν σε μία από τις πλέον ιδεολογικά φορτισμένες λέξεις καθώς ταυτίστηκαν με την περίφημη «Συναίνεση της Ουάσινγκτον».

Σύμφωνα με τον βρετανό οικονομολόγο Τζων Γουίλιαμσον, ο οποίος καθιέρωσε τον όρο το 1989 (Latin American Adjustment: How much has happened?), η Συναίνεση της Ουάσινγκτον περιγράφει ένα δεκάλογο προτάσεων οικονομικής πολιτικής που προωθήθηκαν από τους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς (το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα εδρεύουν στην Ουάσινγκτον) με στόχο την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους των χωρών της Λατινικής Αμερικής. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας, απελευθέρωση εξωτερικών εμπορικών συναλλαγών, ιδιωτικοποιήσεις κρατικών επιχειρήσεων, φορολογική πολιτική που δίνει αναπτυξιακά κίνητρα, απελευθέρωση χρηματοπιστωτικού τομέα, πολιτικές προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων και απορύθμιση αγορών.

Η επιλογή του όρου ήταν μάλλον ατυχής (και σίγουρα η λιγότερο διπλωματική, όπως παρατήρησε ο Γουίλιαμσον) καθώς συνδέθηκε με τον παρεμβατισμό της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στην περιοχή, όπως επίσης με το δόγμα του «νεοφιλελευθερισμού». Η πραγματικότητα είναι διαφορετική καθώς πολλές από αυτές τις πολιτικές είχαν ξεκινήσει να εφαρμόζονται σε αρκετές  λατινοαμερικάνικές χώρες πριν από την εισαγωγή του όρου στη δημόσια συζήτηση. Προκειμένου λοιπόν να αποφύγουμε κάποιες από τις  συνηθέστερες παρεξηγήσεις που συνδέονται με τις μεταρρυθμίσεις, είναι χρήσιμο να παρατηρήσουμε τα εξής:

Πρώτον, οι μεταρρυθμίσεις δεν αποτελούν τη μοναδική συνταγή για την οικονομική ανάπτυξη και ο κατάλογος της συναίνεσης της Ουάσινγκτον σε καμία περίπτωση δεν είναι εξαντλητικός. Το είδος και το εύρος των μεταρρυθμίσεων πρέπει πάντοτε να προσαρμόζονται στις ανάγκες μιας εθνικής οικονομίας. Άλλωστε στο βιβλίο που ο Γουίλιαμσον επιμελήθηκε το 2003 (After the Washington Consensus: Restarting growth and reform in Latin America), η σχετική λίστα συμπληρώθηκε με νέες προτάσεις πολιτικής όπως, η χρήση της δημοσιονομικής πολιτικής ως αντι-κυκλικό εργαλείο και ο σχεδιασμός βιομηχανικής πολιτικής με στόχο την ανάπτυξη ενός εθνικού συστήματος καινοτομίας. Είναι επίσης αυτονόητο ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν συνιστούν στατικές και μόνιμες ρυθμίσεις πολιτικής. Με τη σειρά τους λοιπόν και «οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να μεταρρυθμίζονται» Καθώς λοιπόν οι συνθήκες του οικονομικού περιβάλλοντος διαρκώς μεταβάλλονται.

Δεύτερον, όπως εύστοχα υπενθυμίζει ο Γουίλιαμσον, οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι αυτοσκοπός αλλά εργαλείο για την επίτευξη της κοινωνικής προόδου. Οι μεταρρυθμίσεις έχουν «πρόσημο», έχουν δηλαδή συγκεκριμένες συνέπειες και κοινωνική στόχευση και οι οποίες βαρύνουν αποφασιστικά στην επιλογή τους. Οι πολιτικές αναδιανομής δεν πρέπει να αποκλείονται στο βαθμό που δεν επιβαρύνουν την αποδοτικότητα της οικονομίας και αντίστροφα, η επιδίωξη της ευημερίας μεγάλων κοινωνικών ομάδων δεν πρέπει να θυσιάζεται στο βωμό της μέγιστης αποτελεσματικότητας.

Τρίτον, οι μεταρρυθμίσεις δεν έχουν αποκλειστικό πολιτικό/ιδεολογικό φορέα και βέβαια, είναι λανθασμένη η αντίληψη πως οι μεταρρυθμίσεις συνδέονται μόνο με «νεοφιλελεύθερες» ή συντηρητικές κυβερνήσεις.

Στην πραγματικότητα, ορισμένες από τις πλέον επιτυχημένες μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις στη σύγχρονη ιστορία προωθήθηκαν από σοσιαλιστικές/σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις. Στη Βολιβία ο Γκονζάλο Σάντσεζ ντε Λοσάδα (γνωστός ως Γκόνι), υπουργός σχεδιασμού το 1985 και μετέπειτα πρόεδρος της χώρας και ο οποίος τοποθετούσε τον εαυτό του «αριστερά του κέντρου», κατάφερε να τιθασεύσει τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό περιορίζοντας τον από 24.000% σε 9% (!) με πρωταρχικό του στόχο την αντιμετώπιση της φτώχειας. Στη Νέα Ζηλανδία η κυβέρνηση Εργατικών του Ντέηβιντ Λανγκ (1984-1990) κατόρθωσε να μεταρρυθμίσει την κλειστή και κατευθυνόμενη οικονομία της χώρας με στόχο την εξοικονόμηση πόρων προκειμένου να ενισχύσει το σύστημα κοινωνικής προστασίας. Πρόσφατα στον ευρωπαϊκό χώρο η κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων του Γκέρχαρντ Σρέντερ προώθησε τολμηρές  μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και το κοινωνικό κράτος με στόχο τη μείωση της ανεργίας (Ατζέντα 2010), θέτοντας παράλληλα τις βάσεις για τις σημερινές εντυπωσιακές επιδόσεις της γερμανικής οικονομίας.

Στην Ελλάδα η ελλιπής ή στρεβλή εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων σε συνδυασμό με ένα υπερβολικά υφεσιακό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής και τις αντιστάσεις του πελατειακού συστήματος, δεν άργησε να οδηγήσει στη μεταρρυθμιστική κόπωση. Είναι όμως προφανές ότι μόνο ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, κατάλληλα προσαρμοσμένο στις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας, μπορεί να απαλλάξει οριστικά τη χώρα από τις χρόνιες παθογένειες του πολιτικού και οικονομικού της συστήματος που οδήγησαν στη σημερινή κρίση. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει.

*Δημοσιεύτηκε στην Ελευθερία του Τύπου (23.4.2017).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s