Ο ΣΥΡΙΖΑ στα άκρα

Ζούμε στην εποχή του λαϊκισμού. Άνεμοι αυταρχισμού σαρώνουν τον πλανήτη, ακόμη και στην καρδιά της Ευρώπης. Η έγκυρη επιστημονική επιθεώρηση Journal of Democracy δεν δίστασε να αφιερώσει το 25ο επετειακό της τεύχος στο ζήτημα της «δημοκρατικής ύφεσης».

Βέβαια, οι σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες δεν απειλούνται από τις καταστροφικές ολοκληρωτικές ιδεολογίες του παρελθόντος. Απουσιάζουν εκείνες οι μεγάλες αφηγήσεις που θα μπορούσαν να εμφυσήσουν στις οργανωμένες κοινωνίες την προσδοκία μίας εναλλακτικής υπόσχεσης του μέλλοντος. Τούτο όμως δεν σημαίνει πως οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι αδιαπέραστες στη διαβρωτική απειλή του λαϊκισμού. Άλλωστε ο βηματισμός της Ιστορίας ποτέ δεν υπήρξε γραμμικός. Το παρελθόν υπενθυμίζει ότι οι πολιτικές κοινωνίες παρακμάζουν και ενίοτε καταρρέουν, όταν εγκαταλείπονται οι καταστατικές αρχές του κοινωνικού συμβολαίου στις οποίες εδράζονται.

Το φαινόμενο του λαϊκισμού δεν συνιστά λοιπόν μία πρωτόγνωρη απειλή. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο γερμανός πολιτικός επιστήμονας Γιαν-Βέρνερ Μίλερ (Τι είναι ο Λαϊκισμός;, 2016), ο λαϊκισμός εμφανίζεται πάντοτε σαν τη μόνιμη σκιά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Πραγματικά, ο αντιδημοκρατικός πολιτικός λόγος φυτρώνει στο κενό ανάμεσα στο κοινωνικό σώμα και τις πολιτικές ελίτ. Στις μέρες μας, η πολυπλοκότητα των ζητημάτων και η κυριαρχία της τεχνοκρατικής σκέψης διευρύνουν το χάσμα ανάμεσά τους.

Ο λαϊκισμός δεν αρκείται στην κριτική των δυσλειτουργιών των δημοκρατικών θεσμών. Ο λαϊκισμός είναι ο ολοκληρωτισμός της γλώσσας. Οι απλουστευτικές κατηγοριοποιήσεις και οι ισοπεδωτικές γενικεύσεις του συσκοτίζουν τα πολιτικά ζητούμενα και γίνονται εργαλεία πολιτικής εξαπάτησης. Ο Τζωρτζ Όργουελ επισήμανε τη σύνδεση του πολιτικού χάους της εποχής του με την παρακμή της γλώσσας και η πρόταση αυτή διατηρεί την ισχύ της ακόμη και σήμερα. Στο πέρασμα των χρόνων, η χώρα μας είχε το δικό της (γενναίο) μερίδιο λαϊκισμού. Στη δεκαετία του ’80 τα δίκαια κοινωνικά αιτήματα εμβάθυνσης των δημοκρατικών θεσμών εκφράστηκαν παράλληλα με τον ισοπεδωτικό λόγο του λαϊκισμού και του πελατειακού συστήματος. Κατά τρόπο παράδοξο, η πολιτική ανάπτυξη ήρθε μαζί με τους σπόρους της  σημερινής κρίσης.

Η εποχή της κρίσης είναι πάντοτε η εποχή των λαϊκισμών. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να διατηρείς την ελεύθερη κρίση σου όταν όλα γύρω σου καταρρέουν. Η οικονομική δυσπραγία και η απίσχναση των πολιτικών θεσμών τρέφουν την ανασφάλεια και τη δυσαρέσκεια του κοινωνικού σώματος, προσφέροντας απλόχερα το έδαφος για να καρπίσει ο σπόρος του λαϊκισμού. Πλήθος εμπειρικών μελετών επιβεβαιώνει τη συσχέτιση οικονομίας και εκλογικών επιδόσεων των λαϊκιστικών και αντιδημοκρατικών κομμάτων. Σχετική έρευνα σε δεκαέξι κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ την περίοδο 1970-2002, κατέδειξε ότι μία μείωση 1% του ΑΕΠ συνδέεται με αντίστοιχη αύξηση 1% της ακραίας ψήφου κυρίως σε ακροδεξιά κόμματα (Gruner H. and Bruckner M., “Economic Growth and the Rise of Political Extremism: Theory and Evidence”, CEPR discussion paper, 2010).

Στα χρόνια της κρίσης η Ελλάδα δεν μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Η βίαιη απίσχναση των εισοδημάτων, η αύξηση της ανεργίας και των ανισοτήτων, η προηγηθείσα υποβάθμιση των πολιτικών θεσμών, διευκόλυναν την άνοδο του λαϊκισμού. Η ρητορική των άκρων κυριάρχησε, ο ηγεμονικός μεταπολιτευτικός δικομματισμός εξαϋλώθηκε, ένα απροκάλυπτα μισαλλόδοξο κόμμα απέκτησε κοινοβουλευτική εκπροσώπησε, ο ριζοσπαστισμός ενισχύθηκε ταυτόχρονα με την αποστασιοποίηση των πολιτών.

Η γιγάντωση του ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε απόρροια της κρίσης. Ο πολιτικός του λόγος διαμορφώθηκε στους δρόμους της αντιμνημονιακής αγανάκτησης. Ο πολιτικός οπορτουνισμός όμως δεν ερμηνεύει επαρκώς τη μεθοδική υποβάθμιση των θεσμών (λειτουργία του κοινοβουλίου, ΜΜΕ, δικαιοσύνη, ανεξάρτητες αρχές). Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ακόμη ένα πολιτικό κόμμα που μιλά με ευχέρεια τη γλώσσα του λαϊκισμού, αλλά παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός λαϊκιστικού κόμματος. Ανάμεσά τους ο καταγγελτικός λόγος, η ηθικολογία, η αποστροφή στον πλουραλισμό (όπου οι πολιτικοί αντίπαλοι αναγορεύονται σε εχθρούς του λαού-  «γερμανοτσολιάδες», κλπ). Η κληρονομιά της ανανεωτικής αριστεράς δεν βρίσκεται στο ΣΥΡΙΖΑ που συνεργάζεται αρμονικά με τους εθνικολαϊκιστές των ΑΝΕΛ.

Η «διάψευση της λαϊκιστικής υπόσχεσης του ΣΥΡΙΖΑ» (την οποία εύστοχα επισημαίνει ο μελετητής του λαϊκιστικού φαινομένου Κας Μούντε) είναι η αναμενόμενη κατάληξη κάθε λαϊκιστικού κόμματος που αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση μιας χώρας.

Στις περιπτώσεις αυτές, τα λαϊκιστικά κόμματα προχωρούν απροκάλυπτα στην άλωση των μηχανισμών του κράτους, την ευνοιοκρατία και την ενίσχυση των πελατειακών δικτύων τους. Από τις πράξεις τους απουσιάζει οποιαδήποτε δικαιολόγηση καθώς οι λαϊκιστές θεωρούν πως δεν εκφράζουν απλά το λαό αλλά «ταυτίζονται» μαζί του.

Στη σύγχυση των ημερών και την υποβάθμιση των θεσμών, ο εθνικολαϊκισμός βρίσκει στο ΣΥΡΙΖΑ την απόλυτη έκφρασή του.

*Δημοσιεύτηκε στην Ελευθερία του Τύπου (9.4.2017).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s