Η επέλαση του λαϊκισμού

Η επικράτηση του Ντόναλντ Τραμπ στις αμερικανικές εκλογές προκαλεί εύλογη ανησυχία. Η ανάδειξη στην ηγεσία της μοναδικής υπερδύναμης ενός πολιτικού που στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, κατά δήλωσή του, «συμβουλεύεται τον εαυτό του» δείχνει μία ελαφρότητα που αναμφίβολα δεν συνάδει με τη θέση του και πιθανά προμηνύει πρόσθετες περιπλοκές στη διεθνή σκηνή. Καθώς ο Τραμπ προβάλει περήφανα ένα μείγμα διχαστικού λόγου, προκλητικής ημιμάθειας και αφόρητης κενολογίας, καλούμαστε να αναρωτηθούμε για την αποτελεσματικότητα του τρόπου ανάδειξης ηγεσιών σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία όπως οι ΗΠΑ.  

Η νίκη του Τραμπ δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο που μπορεί να ερμηνευτεί αποκλειστικά με αναφορές στις εσωτερικές ισορροπίες του αμερικανικού πολιτικού συστήματος. Θα πρέπει να ιδωθεί ως ένας ακόμη κρίκος στη μακρά αλυσίδα του λαϊκισμού, που τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να ξεδιπλώνεται απειλητικά γύρω από τις φιλελεύθερες δημοκρατίες και υπενθυμίζει ορισμένες από τις πλέον σκοτεινές εποχές του περασμένου αιώνα.

Ανάμεσα στα πρόσφατα παραδείγματα της επικράτησης του Brexit, την άνοδο του ακροδεξιού Χόφερ στην Αυστρία, την επιβράβευση της ξενοφοβικής ρητορικής της Μαρίν Λε Πεν και σήμερα του Τραμπ, ο παγκόσμιος λαϊκισμός επαναλαμβάνει μονότονα τις επικίνδυνες προτάσεις του: Τείχη στα εθνικά σύνορα, περιορισμός των ανοιχτών αγορών, πολιτισμικός συντηρητισμός.

Ο σημερινός λαϊκισμός δίνει βέβαια λανθασμένες απαντήσεις, σε κατά βάση όμως ορθά ερωτήματα. Απέναντι στις αναπάντητες προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης προτείνεται η επιστροφή στην ασφάλεια της μικρής, πλην όμως γνώριμης, κοινότητας. Και απέναντι στο «ράγισμα» του κοινωνικού συμβολαίου επιχειρεί την αποδόμηση των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Οι λαϊκιστές επιχειρούν να εκπροσωπήσουν τις «ξεχασμένες ομάδες», τα κοινωνικά στρώματα που βρίσκονται στο περιθώριο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Και να εκφράσουν τη μεσαία τάξη που βλέπει τις προσδοκίες της να συντρίβονται  με την αύξηση της ανισότητας των τελευταίων δεκαετιών (την τελευταία εικοσιπενταετία, το εισόδημα του μέσου αμερικανικού νοικοκυριού συρρικνώθηκε οριακά ενώ το ευπορότερο 1% είδε το εισόδημά του να αυξάνεται κατά 142%). Εκείνη τη μεσαία τάξη στην οποία ο Αλέξις ντε Τοκβίλ είδε τον 19ο αιώνα τις βάσεις της αμερικανικής ευημερίας.

Διόλου τυχαία λοιπόν στις ΗΠΑ και αλλού το κοινωνικό σώμα στρέφεται εκλογικά ενάντια στις πολιτικές ελίτ που, εμφανίζονται απόμακρες από αυτό.  Είναι πλέον επιτακτική αναγκαιότητα οι σύγχρονες δημοκρατίες να δώσουν πειστικές απαντήσεις στα πιεστικά ζητήματα της εποχής. Αποκαθιστώντας την τραυματισμένη εμπιστοσύνη ανάμεσα σε κυβερνήτες και κυβερνώμενους και διαμορφώνοντας, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, εκείνες τις κατάλληλες πολιτικές που συμφιλιώνουν την οικονομική ανάπτυξη με την κοινωνική συνοχή και την παγκοσμιοποίηση με το εθνικό κράτος. Πριν ο επελαύνων λαϊκισμός αλυσοδέσει τη Δημοκρατία.

 *Δημοσιεύτηκε στον Ελεύθερο Τύπο (10.11.2016).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s